Τρίτη 2 Απριλίου 2013
Vertigo!
Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012
ΜΑΚΡΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΦΑΛΟ ΜΑΣ
Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011
Αρνήσεις, τρόμος και απάθεια
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

Η Bundesbank και ο επικεφαλής της κύριος Άξελ Βέμπερ, αιφνιδίασαν τους οικονομικούς παρατηρητές όταν εμφανίστηκαν υποστηρικτές της νέας πρότασης της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ για να αυξηθούν όσο χρειαστεί τα διαθέσιμα κεφάλαια του EFSF (του Ευρωπαϊκού Ταμείου Οικονομικής Σταθερότητας ή άλλως «μηχανισμού στήριξης»), παρά τις επιφυλάξεις του κυρίου Σόϊμπλε. Όμως η δήλωση αυτή του Γερμανού Τραπεζίτη δεν διαφέρει από την ανακοίνωση ανοίγματος ενός τοκογλυφικού ενεχυροδανειστηρίου. Ο σχεδιασμός της νέας Deutsches Reich φαίνεται πως δεν στοχεύει στην βοήθεια των περιφερειακών οικονομιών της Ευρώπης, για την επάνοδό στις αγορές, αλλά την αιχμαλωσία τους, υπό τη δική της οικονομική και πολιτική κυριαρχία.
Το ενιαίο νόμισμα χρησιμοποιείται από το Βερολίνο ως όπλο ολικής υποταγής σε μια νέα αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, που θα διασφαλίζει πλήρως τα συμφέροντα και την κυριαρχία του, οικονομική και πολιτική, σε βάρος των ασθενέστερων εταίρων της Γερμανίας. Για το σκοπό αυτό έχουν προταθεί οι ελεγχόμενες χρεοκοπίες κρατών από το 2013 και γίνεται απόπειρα για ενσωμάτωση ρήτρας χρεοκοπίας σε όλα τα ομόλογα που θα εκδοθούν από το 2011. Με αυτό τον τρόπο αποκλείεται η επιστροφή των «αμαρτωλών» οικονομιών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Προκειμένου να πείσουν για την ορθότητα αυτής της πολιτικής, επιστρατεύεται από τη Γερμανική πλευρά το υποκριτικό «ηθικό» επιχείρημα, ότι θα πρέπει να «πληρώνουν» και οι πιστωτές το κόστος. Με το ίδιο «ηθικό» επιχείρημα, η Γερμανίδα καγκελάριος πρότεινε και την πολιτική τιμωρία των δημοσιονομικά «απείθαρχων χωρών, με την στέρηση ψήφου. Η αλήθεια είναι ωστόσο, πως μιας και οι «αγορές» είναι προβλέψιμα «απρόβλεπτες», προσφέρεται στους ιδιώτες μια νέα πιστωτική θέση, ένα κανάλι συμμετοχής στο νέο αρχιτεκτόνημα. Στην πραγματικότητα καλούνται να συμμετέχουν στον εκτός αγορών δανειοδοτικό μηχανισμό, όχι για να συμμετέχουν στο κόστος, αλλά σε μια επέλαση για κέρδη. Κέρδη στρατηγικής σημασίας, γιατί θα περιέχουν την απόκτηση κεφαλαιακού ελέγχου, μέσω της ελεγχόμενης χρεοκοπίας, των χρηματοπιστωτικών, παραγωγικών και εμπορικών δομών στις «χρέους υποτελείς» χώρες.
Η Γερμανία επιτίθεται, επιχειρώντας να κάνει το Βερολίνο το κέντρο της άσκησης της νομισματικής πολιτικής του Ευρώ. Αν η σημερινή νομισματική πολιτική δεν αλλάξει, απειλείται η διάσπαση της Ευρωζώνης, και οι νέες ισοτιμίες θα ανέτρεπαν τις συνθήκες για την εξαγωγική βιομηχανία της Γερμανίας, αλλά αν αλλάξει σύμφωνα με τις ανάγκες του νότου, θα περιοριστούν τα συναλλαγματικά της περισσεύματα από το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Τα γερμανικά συμφέροντα δεν θέλουν ούτε μια πτώση από την τρέχουσα ισοτιμία Ευρώ, ούτε ένα νέο Μάρκο υπερβολικά ανατιμημένο. Για να έχουν «και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο», οι Γερμανοί επιχειρούν να επιβάλουν την εξάπλωση σε όλη την Ευρωζώνη του γερμανικού μοντέλου δημοσιονομικής πειθαρχίας και εξαγωγικής ισχύος. Αν αυτό συμβεί και εφαρμοσθεί σε όλες τις χώρες, από τη μια θα επιφέρει ένα βίαιο αποπληθωρισμό με τρομακτικές κοινωνικές συνέπειες για τις χώρες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας, ενώ από την άλλη θα δημιουργήσει τεράστια εμπορικά πλεονάσματα στην Ευρώπη, που θα σημάνουν την αποκορύφωση της έντασης στις ανισορροπίες που σήμερα υπάρχουν στο διεθνές σύστημα συναλλαγών.
Τόσο η Κίνα όσο και οι Αγγλοσάξονες του Ατλαντικού, βλέπουν με ιδιαίτερη ανησυχία τις Γερμανικές επιδιώξεις, ενώ πολλές χώρες της Ευρώπης προετοιμάζουν ένα εναλλακτικό σχέδιο με την έκδοση ευρωομολόγων, και ενός διαφορετικού νέου ταμείου συνοχής, που θα εξισορροπήσουν τα κόστη δανεισμού για όλες τις χώρες. Η παρουσία του Στρος Καν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και του Ζαν Κλοντ Τρισσέ στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ίσως να δώσουν κάποια σημαντική υποστήριξη σε μια προσπάθεια ανάσχεσης των γερμανικών επεκτατικών σχεδιασμών. Ωστόσο το διεθνές χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα βρίσκεται αντιμέτωπο με το αμείλικτο γεγονός του ύψους των 5 τρις δολαρίων των τραπεζικών ομολόγων που λήγουν μέχρι το 2013, τα οποία είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν θα μπορούν να αποπληρωθούν. Η τεχνική της μεγαλύτερης μόχλευσης που γνώρισε ο πλανήτης δεν μπορεί να ανακυκλωθεί και τα ομόλογα των κρατών του ευρωπαϊκού νότου που λήγουν το 2011 δεν μπορούν να αναχρηματοδοτηθούν. Το αποτέλεσμα των συσταλτικών πολιτικών, είναι ύφεση και εμπορικά ισοζύγια που σφραγίζουν το αδιέξοδο. Η Κίνα δεν είναι διατεθειμένη να προσφέρει αυτή μια λύση που της ζητούν επίμονα, με την ανατίμηση του Γουάν. Αντίθετα προωθεί την δική της οικονομική ισχύ με την δημιουργία συνεχώς διευρυνόμενων πλεονασμάτων. Η σύνοδος των G20 έδειξε ότι μια συνεννόηση για τη ρύθμιση των ισοτιμιών και των εμπορικών συναλλαγών, είναι πολύ μακριά από τις σημερινές προθέσεις των συμμετεχόντων στο παιχνίδι ισχύος. Με δεδομένη την προσδοκία των υψηλών απωλειών, οι «ιδιοκτήτες των αγορών» θα συνταχθούν αναμφίβολα με την πλευρά του γερμανικού σχεδίου για ένα σκληρό αποπληθωρισμό, και ελεγχόμενες χρεοκοπίες, που θα διασφαλίσουν τις σχετικές τους θέσεις στη νέα διανομή.
Τι θα κάνουν οι πολιτικοί ηγέτες των κρατών της Ευρώπης και πόσο μπορεί η Ελλάδα να παίξει έναν σημαντικό ρόλο σ’ αυτό; Όπως έδειξαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές, οι Έλληνες έχουν στοιχηματίσει στην επιτυχία της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου και του έδωσαν την στήριξη που ζήτησε, για να είναι αξιόπιστος και ισχυρός συνομιλητής στο διεθνές πεδίο. Οι Έλληνες έχουν συνείδηση για τη θέση που έχουν περιέλθει, υπομένουν καρτερικά και ζητούν την αλλαγή στο κράτος τους. Οι νέες αιρετές Περιφέρειες μπορούν να αποτελέσουν μια ευκαιρία αναπτυξιακής ανασύνταξης. Όμως, η επικράτηση του γερμανικού σχεδίου θα σημάνει την τραγική κοινωνική αποδιάρθρωση της Ελλάδας, με μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης να οδηγείται στο περιθώριο και την απελπισία. Θα σημάνει επίσης την «ακύρωση» των πολιτικών ηγεσιών της Ευρώπης και μια παγκόσμια οικονομική σύρραξη. Στο άμεσο επόμενο διάστημα, οι επιλογές της, οι χειρισμοί και οι ισορροπίες στους συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι για την Ελλάδα θέμα ζωής και θανάτου. Απαιτείται περίσσευμα πολιτικού θάρρους, σθένους και φρόνησης από το πολιτικό μας σύστημα στο σύνολό του.
Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΡΑΚΟΥΣ (Κράτος, Αγορά και Κοινωνία Χρεωστών)

Το Βερολίνο, που οι Πρώσοι Βασιλείς δεν καταδέχτηκαν ποτέ ως τόπο διαμονής, υπήρξε μια μοιραία πόλη στην ιστορία της Ευρώπης και φαίνεται πως θέλει να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά αυτό το στίγμα। Τα κολοσσιαία ιστορικά σφάλματα, που συντελούνται σήμερα σε αυτή η πόλη της Γερμανικής Ομοσπονδίας, δεν είναι πρωτόγνωρα. Για πρώτη όμως φορά η Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, νοιώθει πως είναι αρκετά δυνατή για να στριμώξει τους άλλοτε αντιπάλους της και σημερινούς εταίρους της. Η εποχή της Βόννης έχει παρέλθει οριστικά. Η ύπαρξη της Γερμανικής πρωτεύουσας δηλώνει την απερίφραστη αλήθεια, πως το ίδιο Γερμανικό Έθνος είναι ένα κατασκεύασμα ενός κράτους, που φτιάχτηκε για να επιβάλλεται με την ισχύ. Τα γερμανικά εθνικά συμφέροντα, όπως τα αντιλαμβάνονται σήμερα οι κυρίαρχοι κύκλοι του Βερολίνου, δεν έχουν καμιά αναφορά στην γερμανική κοινωνία -πολύ περισσότερο στις ευρωπαϊκές- και αντιθέτως, ανταποκρίνονται κυρίως στα συμφέροντα των τραπεζών και των εν γένει κατόχων χρηματιστικού κεφαλαίου. Μπορεί ο Κινέζικος «Δράκος» να άφησε τον παραδοσιακό του ρόλο -τη φύλαξη δηλαδή των προγονικών εστιών- και να πήρε από τη Γερμανία την πρώτη θέση στον όγκο των εξαγωγών, όμως ο Γερμανικός Αετός είναι πεπεισμένος ότι μπορεί να αντιμετωπίσει -τόσο αυτόν όσο και τον Αμερικάνικο λευκοκέφαλο βασιλικό Αητό, αλλά και τον γερασμένο Βρετανικό λέοντα- με ένα σκληρό Νόμισμα, όπως πιστεύει πως θα ήταν το Μάρκο, ένα εργαλείο ισχύος. Όμως και τα άλλα κράτη δεν διαφέρουν ως προς το «βασικό τους ένστικτο», απλώς έχουν διαφορετική οπτική, που τους επιτρέπει να μιλούν για «αλληλεγγύη». Απλώς η Γερμανία, αντίθετα από τη Γαλλία, δεν βλέπει την σημερινή αδυναμία του ευρώ ως στοιχείο μιας επίθεσης από συμφέροντα των αγγλοσαξονικών «αγορών», αλλά ως συνέπεια από την αποτυχία μερικών ευρώ-μελών να εφαρμόσουν την ίδια δημοσιονομική πειθαρχία με αυτήν. Ζητά λοιπόν κατ’ ουσία το Ευρώ να γίνει Μάρκο και τα λοιπά μέλη να δεχθούν μια ισοτιμία που εξυπηρετεί τη Γερμανία. Η καγκελάριος Μέρκελ απέδειξε πως μπορεί να ξεπεράσει την πάλαι ποτέ «σιδηρά» κυρία Θάτσερ. Αν η τελευταία αντιλαμβανόταν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως Σούπερ Μάρκετ, η πρώτη την θέλει ως ένα Γερμανικό Σούπερ Μάρκετ στο οποίο τα γερμανικά προϊόντα θα είναι στο πάνω ράφι, στη μέση θα είναι τα φτηνά προϊόντα των χαμηλότερων ισοτιμιών και οι υπόλοιποι ευρωπαίοι θα πρέπει να διαγκωνίζονται για θέσεις σε κάτω ράφια. Επιπλέον θα πρέπει να τιμωρούνται όσοι αγοράζουν με Πιστωτικές Κάρτες!
Η μεταπολεμική Ευρώπη είχε να υπερηφανεύεται για το κοινωνικό της κράτος, την κατοχύρωση δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών, τον κομματικό πλουραλισμό στο πολιτικό της σύστημα και μια σειρά από σπονδυλωτούς θεσμούς που μαρτυρούσαν την ιστορική πορεία των κοινωνιών της, με τα κατάλοιπα αλλά και το ξεπέρασμα των αντιφάσεων αυτής της πορείας। Κάτω από το φόβο που άφησε πίσω η φρίκη δυο πολέμων, οι πολιτικοί της Ευρώπης οδηγήθηκαν σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουν τις αντιπαλότητες από το μόρφωμα του Κράτους – Έθνους, φτιάχνοντας περίπλοκους γραφειοκρατικού μηχανισμούς και όργανα πολιτικών αποφάσεων, όπου υποτίθεται πως, με σταθερούς κανόνες, περιορίζουν την άσκηση ηγεμονίας στη βάση της ισχύος και προσφέρουν ισοτιμία στα συμμετέχοντα κράτη. Πέτυχαν την ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς, αναδιανέμοντας μεγάλα ποσά για την σύγκλιση των οικονομιών των επί μέρους κοινωνικών σχηματισμών. Ωστόσο, το περίφημο «Ευρωπαϊκό Κεκτημένο», έχει ως κτήτορα και κύριο, όχι την κοινωνία στην οποία υποτίθεται πως αναφέρεται, αλλά τα κράτη, και κατ’ επέκταση τα κοινοβουλευτικά κόμματα και πολιτικό σύστημα, το οποίο παρέχει τα αγαθά του «κτήματος» στις κοινωνίες, υπό τον τύπο «δικαιωμάτων». Όταν οι ιδέες της οικονομικής σχολής του Σικάγο επιτάχυναν τις λειτουργίες του οικονομικού συστήματος με την άρση των κανόνων στην κατοχή, διαχείριση και διακίνηση των κεφαλαίων, οι χρηματοπιστωτικές αγορές και κατ’ επέκταση οι τραπεζίτες και οι διαχειριστές κεφαλαίων, ως κύριοι και κάτοχοι του οικονομικού συστήματος, απαίτησαν από το πολιτικό σύστημα να θέσει ως σκοπό του κράτους το σκοπό της «Αγοράς» και τρόπο λειτουργίας του τους «νόμους της αγοράς», η οποία έτσι υποσχόταν υψηλότερα επίπεδα ευημερίας την «κοινωνία των καταναλωτών». Ό και εγένετο! Οι μάχες οπισθοφυλακής μεταξύ φιλελευθέρων και σοσιαλιστών, αφορούσαν την έκταση της κρατικής κυριότητας σε μέσα παραγωγής και χάθηκε στο όνομα της «αποτελεσματικότητας», με τα κριτήρια που έθετε η «αγορά». Αυτή, ως κάτοχος του οικονομικού συστήματος επιβλήθηκε ως προνομιακός συνεταίρος του κράτους, παραμερίζοντας κάθε άλλο συνεταίρο του πολιτικού συστήματος, που διεκδικούσε το ρόλο της «κοινωνίας πολιτών». Μπορούμε έτσι να εξηγήσουμε γιατί οι Ευρωπαίοι προχώρησαν σε μια νομισματική ένωση και τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Νομίσματος, χωρίς να επιχειρήσουν πρώτα την πολιτική ενοποίηση. Οι κύριοι του οικονομικού συστήματος, επέβαλαν ως προτεραιότητα την επείγουσα ανάγκη τους για ένα νομισματικό εργαλείο, για την Ευρωπαϊκή συμμετοχή στην «αγορά», δηλαδή στη μεγαλύτερη χρηματοοικονομική μόχλευση που γνώρισε ο πλανήτης.
Οι μηχανικοί αυτής της μόχλευσης δόμησαν τα προϊόντα της στις δυο όχθες του Ατλαντικού στα γνωστά κέντρα της Wall Street και του City, γεμίζοντας το οικονομικό σύστημα με πολύ και φτηνό χρήμα, την ώρα που η παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων πλημμύριζε με προϊόντα κινέζικής προέλευσης। Η νέα «σκληρή» ισοτιμία διόγκωσε το εσωτερικό εμπόριο, με άνισο τρόπο για κάθε Εθνική οικονομία. Εσωτερικά το κοινό νόμισμα λειτούργησε ως μεταβιβαστικός ιμάντας υπεραξίας από τον Ευρωπαϊκό «νότο» στο «βορρά». Προκειμένου να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση αυτής της σύνθετης λειτουργίας από το ελεύθερα κινούμενο κεφάλαιο, η Ευρωζώνη έχει αυτό-καταργήσει κάθε προστασία από το βορειοαμερικανικό και κινεζικό ανταγωνισμό. Σήμερα αποκαλύπτεται η μακροχρόνια αδυναμία της Ένωσης να ανταπεξέλθει ως σύνολο, σε μια νομισματική πολιτική κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της Γερμανίας και των Διεθνών Τραπεζών. Οι δυτικές κοινωνίες, που εντωμεταξύ ενέδωσαν στην κρυφή και φανερή γοητεία του φτηνού και εύκολα διαθέσιμου χρήματος και χρεώθηκαν, σε βαθμό που κατέστησαν αυτές τις συμβάσεις δανεισμού ως τον κυρίαρχο προσδιοριστικό παράγοντα των κοινωνικών σχέσεων. Παράλληλα, αυξήθηκε ο δανεισμός των κρατών προκειμένου να εξυπηρετηθεί το «πελατειακό» πολιτικό σύστημα. Αν ο χρόνος της παρεχόμενης εργασίας, με εθελούσια σύμβαση έναντι αμοιβής, προσμετράται ως έλλειμμα αυτονομίας ή ελευθερίας του ατόμου, τότε η σύμβαση δανεισμού θα πρέπει να προσμετράται ως παλινδρόμηση προς το καθεστώς ανελευθερίας της δουλοπαροικιακής εποχής. Η «κοινωνία των χρεωστών», μπορεί να μην επιζητεί την απελευθέρωσή του ατόμου από τα κοινωνικά δεσμά της φεουδαρχίας, επιζητεί όμως τη διατήρηση της εργασιακής του εξάρτησης, την μη απόρριψή του από την οικονομική διαδικασία, την στιγμή που ούτε το κράτος ούτε –πολύ περισσότερο- η αγορά, μπορούν να το υποσχεθούν, ενώ αντίθετα αυτή η απόρριψη απειλεί και την αυτοαπασχολούμενη ή επιχειρούσα μεσαία τάξη. Η κρίση αποκάλυψε πως στη σχέση κράτους και αγοράς έχει επέλθει μια καίρια ανατροπή της ισορροπίας υπέρ της αγοράς. Όπως επισημαίνει ωστόσο ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώρης: «το δίλημμα κράτος ή αγορά συνέχεται με το διακύβευμα δυνάμει του οποίου επιχειρείται η ερμηνεία της κρίσης και η αναζήτηση μέτρων θεραπείας ενώ στο διλημματικό αυτό διακύβευμα –κράτος ή αγορά –απουσιάζει η αιτιολογία του, ο σκοπός ή ο λόγος της ύπαρξής τους, δηλαδή η κοινωνία. Χωρίς αυτήν δεν συντρέχει λόγος ύπαρξης ούτε του κράτους ούτε της αγοράς.»
Η γενιά της κυρίας Μέρκελ δεν περπάτησε στα ερείπια του πολέμου και το πολιτικό, τεχνοκρατικό, επιχειρηματικό δυναμικό της Δύσης, ανήκει κατά πλειοψηφία στη γενιά που ενστερνίστηκε τον κυνικό οπορτουνισμό ως ηθικό της μπούσουλα. Μπορεί η πυρηνική ισχύς να είναι αποτρεπτική για παγκόσμιες συρράξεις, μπορεί οι οικονομικοί πόλεμοι να μην αφήνουν πίσω ματωμένα ερείπια, μπορεί η παγκόσμια παραγωγή πλούτου να έχει «βάθος άμυνας», και το κέντρο της οικονομικής ισχύος να έχει μετατοπιστεί προς την Ανατολή, μπορεί σε πολλές δυτικές κοινωνίες η κρίση να βιώνεται, ακόμη, περισσότερο ως φόβος και απειλή, όμως όσο οι τράπεζες και το χρηματοοικονομικό τους κατασκεύασμα, κατισχύουν των κυβερνήσεων και των κρατικών οντοτήτων, αυτό που μπορεί να καταρρεύσει είναι το πολιτικό σύστημα της Δύση. Τέτοιος κίνδυνος στη Δύση είναι ενδεχόμενος όχι μόνο από την ανεξέλεγκτη κοινωνική αντίδραση, αλλά και από το διαβρωτικό και παρεκβατικό ρόλο της αγοραίας συμπεριφοράς των μέσων ενημέρωσης και των διαπλεκόμενων με το πολιτικό σύστημα, ποικίλων συμφερόντων. Σε μια τέτοια περίπτωση ή άσκηση ισχύος και τα παιχνίδια ηγεμονίας μπορούν να οδηγήσουν την Ευρώπη στην τρίτη μεγάλη τραγωδία, από ιδρύσεως της Deutsches Reich και την ανθρωπότητα σε σκοτεινές εποχές.
Παρασκευή 14 Μαΐου 2010
Η ΑΛΛΗ ΛΥΣΗ (Το Ελληνικό Πρόβλημα και το Ευρωπαϊκό Αδιέξοδο)

Δημοσίευση στα Καθημερινά Νέα στις 22 Μάη 2010
Ένα γρήγορο flash-back είναι αναγκαίο. Ο Κώστας Καραμανλής αποφασίζει να παραδώσει τη εξουσία όταν λαμβάνει από τις Βρυξέλες τελεσίγραφο που ζητά τα πραγματικά στοιχεία της οικονομίας και ένα πρόγραμμα μέτρων. Παρόλα αυτά λίγες μέρες προ των εκλογών, αποστέλλεται στον αρμόδιο Επίτροπο πρόβλεψη για το έλλειμμα, υποδιπλάσια αυτής της Τράπεζας της Ελλάδας. Μετά τις εκλογές ο νέος υπουργός οικονομικών έχει ένα και μοναδικό δρόμο, εμπρός στην διαμηνυόμενη οργή των Ευρωπαίων, για να μην υπονομεύσει την δυνατότητα της νέας Κυβέρνησης να ανακτήσει την Εθνική αξιοπιστία. Το δρόμο της απόλυτης διαφάνειας και της ειλικρινούς διαπραγμάτευσης με τους εταίρους μας. Σε μια χρονική στιγμή που η παγκόσμια οικονομία, σε σχετική ηρεμία, αναζητά τους δρόμους μιας δειλής ανάκαμψης, η νέα Ελληνική Κυβέρνηση σχεδιάζει ένα συνδυασμό δημοσιονομικής περιστολής, διοικητικών και διαρθρωτικών αλλαγών και χαμηλής αναθέρμανσης της αγοράς, υπό την αναμενόμενη, αναγκαστική, αυστηρή, Ευρωπαϊκή επιτήρηση. Η κήρυξη στάσης πληρωμών στο Dubai, βρίσκει τους Ευρωπαίους να διαπραγματεύονται με το Πεκίνο την πορεία των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι αναλυτές, στις δυο πλευρές του Ατλαντικού θέτουν στο μόνιτορ το σθένος του Ευρώ υπό το βάρος των ελλειμμάτων και του υπερδανεισμού του «νότου». Διατυπώνεται η θεωρία των “PIGS”, ξεκινούν υποβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης, η Ευρώπη αιφνιδιάζεται και η Ελλάδα στοχοποιείται, λόγω του σήματος που δίνει η διαδικασία υπαγωγής της σε επιτήρηση και η πανταχόθεν αμφισβητούμενη αξιοπιστία της. Οι Ευρωπαίοι επιχειρούν να θέσουν την Ελλάδα σε «καραντίνα» και εξορκίζουν κάθε συζήτηση πιθανής χρεοκοπίας της χώρας. Ενώ η συζήτηση εντός της ΕΕ κινείται στα αναμενόμενα, ο Έλληνας Πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται, στις συναντήσεις του με την ευκαιρία του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, πως η Ελλάδα έχει πιαστεί στο δόκανο ενός μεγάλου κερδοσκοπικού σχεδιασμού και επιχειρεί μαζί με γενναία αυτόβουλα μέτρα, απαραίτητα για την αξιοπιστία της χώρας και τη δική του, να πείσει τους εταίρους του πως το πρόβλημα ξεπερνά την Ελλάδα, και είναι Ευρωπαϊκό. Σύμμαχό του βρίσκει τον Γάλλο Πρόεδρο ο οποίος διακηρύσσει ότι «Η παγκόσμια κοινότητα έχει δύο επιλογές: «Ή αλλάζει ριζικά τους κανόνες του καπιταλισμού, ή παραμένει ευάλωτη για την επόμενη κρίση» Στον αντίποδα ακούγεται, από πολλές πλευρές, εντός και εκτός ΕΕ, η πρόταση αποβολής της Ελλάδας από το Ευρώ και η παράδοσή της στο ΔΝΤ. Καθώς η Ευρώπη, μετά την έγκριση του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης από την Κομισιόν και τα δρακόντεια μέτρα επιτήρησης της Ελλάδας, συνειδητοποιεί τη βασιμότητα των Ελληνικών επιχειρημάτων, ένας μηχανισμός έσχατης προσφυγής σχεδιάζεται, με το ΔΝΤ αρχικά ως σύμβουλο, με αργές διαδικασίες που επιτρέπουν στις αγορές να επιδείξουν την ασύμμετρη απειλή τους. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδίδεται σε ένα παγκόσμιο μαραθώνιο επισκέψεων και επαφών προκειμένου να πείσει αφενός για την διάσταση του Ελληνικού προβλήματος, αφετέρου να αποκαταστήσει την πληγωμένη αξιοπιστία της χώρας. Η ΕΚΤ, αντιλαμβανόμενη την δυναμική του προβλήματος, προσπαθεί να εκβιάσει την επιτάχυνση της λύσης. Η Γερμανία δυστροπεί και επιβάλει τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Η Eurostat ανακοινώνει υψηλότερο έλλειμμα, οι αγορές εκτινάσσουν τα spreads και η Ελλάδα εξαντλημένη, ζητά την ενεργοποίηση του μηχανισμού, υποχρεωμένη να δεχτεί τους σκληρούς όρους του πλαισίου δανεισμού της εκτός αγορών, τη στιγμή που αυτές προεξοφλούν την χρεοκοπία της. Η Γερμανία συναινεί απρόθυμα στην ενεργοποίησή του, υπό την πίεση διεθνούς επιτροπείας (ΕΚΤ-ΔΝΤ-ΟΟΣΑ). Οι αγορές έχουν φύγει για άλλη μια φορά μπροστά και αναγκάζουν τους Ευρωπαίους, υπό την πίεση μιας γενικευμένης διεθνούς ανησυχίας, να επιχειρήσουν την ανακοπή τους με ένα πακέτο – μαμούθ, για τις υπόλοιπες χώρες και τις ευρωπαϊκές Τράπεζες, στα πρότυπα της «Ελληνικής» λύσης. Οι χώρες που είναι δημοσιονομικά εκτεθειμένες, παίρνουν επείγοντα και σκληρά μέτρα προσαρμογής.
Ας δούμε τώρα τις υποθέσεις της «άλλης λύσης». Η νέα κυβέρνηση ακολουθεί την τακτική της προηγούμενης και προσπαθεί να κρύψει το έλλειμμα. Παίρνει μόνη της ένα πακέτο μέτρων που προτείνει ως Πρόγραμμα σταθερότητας. Καταφέρνει κακήν-κακώς να διαπραγματευτεί ένα πρόγραμμα μείωσης του με την ΕΕ, μέσα σε ένα κλίμα δυσπιστίας και έντασης, και οι εταίροι της δεν μπαίνουν στη διαδικασία αποβολής της από το Συμβούλιο κατά τη συζήτησή του, ώστε να επιβάλουν αυτοί τα μέτρα. Η Ελλάδα, αντιλαμβανόμενη τις πιέσεις προς τις χώρες “PIGS”, βγαίνει να δανειστεί πρόωρα και οι αγορές αρχίζουν να ανεβάζουν τα spreads μέσα σε ένα κλίμα φημολογίας. Η Eurostat αποκαλύπτει το έλλειμμα (έστω και μια-δυο μονάδες χαμηλότερο). Οι αγορές επιτίθενται και όταν αρχίζουν να δοκιμάζουν σοβαρά τις αντοχές του Ευρώ, η Ελλάδα θεωρείται «το πρόβλημα» και η κυβέρνησή της μέρος του. Κάθε κίνηση και πρωτοβουλία της Ελληνικής κυβέρνησης χάνεται υπό το βάρος της δικής της αναξιοπιστίας. Η αδυναμία δανεισμού έρχεται και στην Ελλάδα υποδεικνύεται η προσφυγή στο ΔΝΤ. Η Ελλάδα απειλεί την Ευρωζώνη με τις επιπτώσεις μιας στάσης πληρωμών Στην Ευρώπη επικρατεί η άποψη των Γερμανών (και άλλων), η Ελλάδα γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος και επινοείται, αντί οποιουδήποτε μηχανισμού στήριξης, η μεθόδευση εξόδου του «λαθρεπιβάτη» που βάζει σε κίνδυνο το ενιαίο νόμισμα. Η χώρα δεν μπορεί να δανειστεί, κηρύσσει στάση πληρωμών (που συμπεριλαμβάνει μισθούς , συντάξεις κλπ). Οι Ελληνικές τράπεζες καταρρέουν εμπρός σε μια ακατάσχετη διαρροή συναλλάγματος και η επαναφορά της δραχμής έρχεται με μια υποτίμηση που δημιουργεί εκρηκτικές καταστάσεις στα ισοζύγια εμπορικών συναλλαγών και πληρωμών καθώς και στα συναλλαγματικά αποθέματα. Η επαναδιαπραγμάτευση ενός διογκωμένου χρέους σε ξένη πλέον ισοτιμία, οδηγεί, υπό αυτούς τις συνθήκες πλέον, στο ΔΝΤ. Ο πληθωρισμός εκτινάσσεται σε ανεξέλεγκτα ύψη, με αντίστοιχη πτώση των πραγματικών μισθών και η μεσαία τάξη οδηγείται σε πλήρη εξαθλίωση. Πέρα από την αναπόφευκτη πτώχευση, η Ελλάδα θα φορτωνόταν το άγος της αποσταθεροποίησης του Ευρώ και η συμμετοχή της στην Ένωση θα είχε στο μέλλον αυτό το στίγμα.
Ως εδώ λοιπόν, ευτυχώς αποφύγαμε την «άλλη λύση». Η περί αυτού του « ευτυχώς» πεποίθηση, είναι κρίσιμη για την πορεία της λύσης που επιλέχθηκε. Όμως αν αυτή η λύση στην οποία οδηγηθήκαμε, ήταν αναγκαία, είναι και ικανή να διανοίξει μια νέα προοπτική; Οι ανησυχίες που διατυπώνονται είναι σοβαρές και βάσιμες. Η απάντηση είναι ένα καθαρό όχι, χωρίς περιστροφές. Το θέμα δεν είναι αν η Ελλάδα καταφέρει να αντέξει κοινωνικά την παρατεταμένη ύφεση ή αν θα περιορίσει το έλλειμμα σύμφωνα με τους στόχους του προγράμματος. Το αν θα μπορέσει να επιτύχει τις διαρθρωτικές αλλαγές σε κράτος και αγορά, ώστε να διαμορφώσει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, είναι ασφαλώς το μεγάλο στοίχημα. Όμως η Ελλάδα δεν είναι μόνη της. Οι ευρωπαίοι ίσως να πάρουν ακόμα σκληρότερα μαθήματα από αυτούς που ο Σουηδός Υπουργός Οικονομικών Aντρέ Μπόργκ αποκαλεί «αγέλη λύκων». Ο συνδυασμός υψηλού χρέους, που σε επίπεδο Ευρωζώνης τείνει να προσεγγίσει το 100% του ΑΕΠ, με την «εγκλωβισμένη» οικονομική ανάπτυξη, δημιουργούν ιδανικό υπόβαθρο για να στηθούν κερδοσκοπικές επιθέσεις. Όσα τρισεκατομμύρια και αν τυπώσει μια Κεντρική Τράπεζα, ή αν δημιουργήσουν οι κυβερνήσεις με συλλογικούς μηχανισμούς δανεισμού, δεν θα αρκέσουν, αφού με απειροελάχιστο κόστος οι κερδοσκόποι μπορούν να ανοίγουν όσες θέσεις θέλουν εναντίον της Ευρωζώνης, με σορτάρισμα ομολόγων και αγορές CDS. Όσο οι πολιτικοί δεν βρίσκουν το θάρρος για ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο, που θα απαγορεύει αυτά τα κερδοσκοπικά όπλα, τόσο οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες θα βρίσκονται υπό την ασύμμετρη απειλή τους. Μήπως είναι καιρός οι Ευρωπαίοι να ξεφύγουν από τις επικίνδυνες συνταγές (και ίσως τις παγίδες) του κυρίου Γιόζεφ Άκερμαν της Deutsche Bank, προέδρου και του Institute of International Finance, όπου μετέχουν οι 70 μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο; Κάποτε (ήταν Παρασκευή και 13), ο Γάλλος Βασιλιάς Φίλιππος ο Δ’, συνέλαβε σε μια νύχτα τους δανειστές του, διεθνείς τραπεζίτες της εποχής, και διέλυσε την οργάνωσή τους, που ήταν το περίφημο και ισχυρότατο τάγμα των Ναϊτών Ιπποτών. Μήπως οι σημερινοί πολιτικοί πρέπει να σκεφτούν και να πράξουν ανάλογα;
Ο επίτροπος Όλι Ρέν σχεδιάζει μια αυστηρά συντονισμένη δημοσιονομική διαχείριση των δημοσιονομικών της Ευρωζώνης. Το κρίσιμο και ουσιαστικό ωστόσο ερώτημα είναι αν μπορεί η Ευρωπαϊκή οικονομία να αναστηθεί, όταν όλοι θα προσπαθούν ταυτόχρονα να ελαττώσουν τα κυβερνητικά ελλείμματα και να εξάγουν περισσότερο για να πληρωθούν οι λογαριασμοί! Μήπως η έλλειψη «ενεργού» ζήτησης οδηγήσει τις οικονομίες και τις κοινωνίες της Ευρώπης στο μεγαλύτερο δράμα από την εποχή του Παγκοσμίου πολέμου; Μήπως είναι η ώρα να ξαναδούμε σοβαρά αυτά που μας είπε ο κύριος Κέϋνς το 1936 στη Γενική του Θεωρία; Αν λοιπόν η άμεση επαναρύθμιση της αγοράς κεφαλαίων και χρήματος είναι εκ των ουκ άνευ, ποια είναι η «Άλλη Λύση» για την Ευρωζώνη και την Ευρώπη γενικότερα; Η πολυπόθητη ανάπτυξη δεν θα γίνει με διατάγματα, με μεγαλοστομίες και με ευχέλαια, αλλά ούτε μέσω επιτοκίων και τραπεζικού χρήματος. Η Ευρώπη πρέπει να ξεπεράσει το φόβο του πληθωρισμού και με μια ταχεία και ελεγχόμενη διολίσθηση του Ευρώ, με έκδοση φρέσκου χρήματος που θα διοχετευτεί σε ένα καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα νέων και μεγάλων επενδύσεων, σε όλες τις χώρες της Ένωσης. Έτσι θα μπορέσουν οι Πολιτικοί να πιάσουν πάλι το τιμόνι και να δώσουν μια αληθινή απάντηση στην αναγκαία ανάπτυξη και την συνολική ανταγωνιστικότητα, που θα αναστρέψει την αδιέξοδη κατεύθυνση των Τραπεζιτών. Δυστυχώς στην Ευρώπη όλα προχωρούν με τον πόνο της λοχείας σε κάθε απόφαση. Ίσως η «Άλλη Λύση» επιχειρηθεί όταν θα είναι πια αργά. Η Ελλάδα επείγεται περισσότερο από τους εταίρους της. Η Κυβέρνηση πρέπει να παλέψει τώρα, για να απεκδυθεί η χώρα και η κοινωνία μας το ρόλο του πειραματόζωου, να απαιτήσει το σεβασμό και να επιζητήσει με αξιοπιστία την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής «Άλλης Λύσης». Σε διαφορετική περίπτωση, ο Γιώργος Παπανδρέου δεν θα μπορέσει να αποφύγει την τύχη του Χαρίλαου Τρικούπη και η χώρα θα βυθιστεί στους χειρότερους φόβους της.
Παρασκευή 30 Απριλίου 2010
Η Γερμανική Απειλή (Η Σημαδεμένη Τράπουλα και το Αβγό του Κολόμβου)

(Δημοσίευση 1η Μάη 2010 σε "Καθημερινά Νέα")
Ο χρόνος είναι ο μεγάλος εχθρός, όταν μία υφιστάμενη κρίση ρευστότητας, προερχόμενη συνήθως από μία ευρύτερη οικονομική κρίση, δεν μπορεί να θεραπευτεί. Οι κερδοσκόποι μοιάζουν πάντα με κυνηγούς που παραμονεύουν. Το θήραμα που πέφτει σε πιστωτική παγίδα, εξωθείται σε έναν ανατροφοδοτούμενο καθοδικό σπειροειδή κύκλο, ο οποίος δυσχεραίνει συνεχώς το δανεισμό του, εκτοξεύοντας ταυτόχρονα τα επιτόκια। Αυτό γίνεται με τόση φασαρία, που προσελκύει όχι πια μόνο τα διαβόητα Hedge funds, αλλά και κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, που είναι ή γίνονται πιστωτές του κράτους, αγοραστές ασφαλίστρων δανειακού κινδύνου, πωλητές ομολόγων ή προσφέρουν κάθε είδους παράλληλη υπηρεσία. Το πλεονέκτημα των κερδοσκόπων σε αυτό το παιχνίδι, είναι το ότι μπορούν να καταλάβουν θέσεις πολύ μεγαλύτερες από το ποσόν των χρημάτων που τοποθετούν οι ιδιοκτήτες τους, εφόσον αγοράζουν τις ανατιμητικές θέσεις τους στα ασφάλιστρα κινδύνου, με τα χρήματα που συγκεντρώνουν από τη δημιουργία των υποτιμητικών θέσεων τους στα ομόλογα, τις οποίες δεν διστάζουν να αφήσουν ακάλυπτες.
Η Ελληνική Κυβέρνηση πίστεψε πως θα ανακόψει την κάθοδο στο θανατηφόρο σπιράλ με την πολιτική βούληση των Ευρωπαίων। Μετά από την πανηγυρική 25η Μάρτη, ο Κεντρικός Ευρωπαίος Τραπεζίτης, ανακάλυψε ότι ούτε 30 συν 15 εκατομμύρια Ευρώ που εμφάνισε ως «κέντα» ο περισπούδαστος ευρωπαϊκός μηχανισμός «στήριξης», με τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ούτε το δικό του «φλως» για την αποδοχή των Ελληνικών ομολόγων μπόρεσαν να σταματήσουν τις αγορές να στοιχηματίζουν στην Ελληνική χρεοκοπία. Αντίθετα είδε την Καγκελάριο Μέρκελ να τους κλίνει το μάτι. Αναμφίβολα η εμμονή, που έδειξε η Καγκελάριος της Γερμανίας, η οποία ανακυκλώθηκε μάλιστα με την εχθρική διαμόρφωση της Γερμανικής κοινής γνώμης, είναι αυτή που υπονόμευσε ολοκάθαρα τις προσπάθειες των υπολοίπων εταίρων της για την έγκαιρη Ευρωπαϊκή κάλυψη του Ελληνικού προβλήματος, θέτοντας σε διαρκή αμφισβήτηση την αξιοπιστία της όποιας συμφωνίας.
Μετά την αναγγελία της προσφυγής της Ελλάδας στον υβριδικό μηχανισμό ΕΕ και ΔΝΤ, αντίθετα προς κάθε λογική, τα CDS εκτινάχθηκαν, καταγράφοντας υπεραξίες δισεκατομμυρίων για στους κατόχους τους। Οι αγορές, με την βοήθεια δημοσιευμάτων όπως αυτά των “Financial Times”, στοιχημάτιζαν ότι μέσα στους επόμενους μήνες είναι πιθανό η Ελλάδα να θελήσει να διαπραγματευθεί με τους κατόχους των ομολόγων της μια αναδιάρθρωση του χρέους, πριν αυτό αυξηθεί ακόμη περισσότερο τον επόμενο χρόνο. Σε ένα τέτοιο κλίμα, ακόμη και η δήλωση του Γιώργου Παπακωνσταντίνου, ότι το Δημόσιο διαθέτει ακίνητη περιουσία που η αξία της αποτιμάται σε 100 δις. ευρώ και μπορεί να αξιοποιηθεί για τη μείωση του χρέους, ερμηνεύτηκε ως προμήνυμα σχεδίου να γίνουν σχετικές τιτλοποιήσεις, τις οποίες η Ελλάδα σκοπεύει να τις προσφέρει σε κατόχους ομολόγων, σε αντάλλαγμα για την ακύρωση των παλαιών τίτλων τους. Παρόλα αυτά, οι Γερμανοί αξιωματούχοι συνέχιζαν να διαγωνίζονται στη στρυφνότητα των χρησμών τους, αποδεικνύοντας (για μια ακόμη φορά) το πόσο επικίνδυνη απειλή είναι για την υπόλοιπη Ευρώπη. Έτσι οι κερδοσκόποι αποθρασύνθηκαν και η σκυτάλη πέρασε στην Standard & Poor’s, η συμπεριφορά της οποίας έφερε τους Ζαν Κλωντ Τρισέ, Ντομινίκ Στρος Καν και Άνχελ Γκουρία, στην Γερμανία, όπου έγινε σαφές πως ένα πρωτόγνωρο ντόμινο μιας τεράστιας οικονομικής κρίσης, μπορεί να ξεκινάει από τις αδύναμες οικονομικά χώρες της Ευρωζώνης και κανείς δεν ξέρει που και πως θα καταλήξει. Οι Γερμανοί φαίνεται πως μόλις τώρα άρχισαν να αποδέχονται πως αν δεν συμφωνηθεί άμεσα ένα πακέτο διάσωσης της Ελλάδας με πρωτοφανή όγκο κεφαλαίου (άνω των 150 δις), η διάλυση της Ευρωζώνης και ένας εφιαλτικός δεύτερος γύρος της παγκόσμιας κρίσης θα είναι προ των πυλών.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν πως οι στόχοι και το χρονοδιάγραμμα που περιέχει το Ελληνικό πρόγραμμα «σταθεροποίησης», είναι αποτέλεσμα μιας υστερικής εμμονής σε ένα σύμφωνο σταθερότητας του Ευρωπαϊκού νομίσματος, εντελώς ακατάλληλου για τα νέα δεδομένα των διεθνών οικονομικών ανισορροπιών, του οποίου οι ακαμψίες θέτουν σε μεγάλο κίνδυνο όλο το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα। Οι Έλληνες είναι έτοιμοι να πληρώσουν καρτερικά την δική τους απρονοησία, που τους κατέστησε κλοτσοσκούφι των αγορών. Όμως υπάρχει ο διπλός φόβος να ανακαλύψουν πως το όλο σχέδιο, έτσι όπως τους επιβάλλεται, είναι μια πορεία δίχως πυξίδα, την ώρα που η Ευρώπη μπαίνει σε μια συνολική κρίση και δοκιμασία. Η Ελληνική περιπέτεια απέδειξε πως η επιτυχής μακροημέρευση του Ευρώ δεν απαιτεί μόνο πειθαρχεία, απαιτεί αλληλεγγύη, ηγεσία και αξιοπιστία, τρία πράγματα που απειλούνται από την κοντόφθαλμη Γερμανική αλαζονεία.
ΟΙ αγορές δεν δοκιμάζουν απλώς το σθένος της Ευρωζώνης. Επιτίθενται, προσδοκώντας κέρδη από την ευθεία αμφισβήτηση της δυνατότητας του Ευρώ να αντέξει ως κοινό νόμισμα πολλαπλών εσωτερικών ταχυτήτων. Η άνοδος των Πορτογαλικών, των Ισπανικών, ακόμη και των Ιταλικών CDS και οι αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις, έχουν βάλει σε μεγάλους μπελάδες τους Ευρωπαίους γραφειοκράτες. Η κατάσταση όμως τους ξεπερνά. Αν η Ευρώπη παγιδευτεί σε μια τέτοια κρίση, οι συνέπειες θα ξεπεράσουν κάθε φαντασία κοινωνικής καταστροφής σε καιρό ειρήνης. Ο ιστορικός και καταλυτικός ρόλος της γηραιάς ηπείρου είναι τελείως διαφορετικός από αυτόν της Λατινικής Αμερικής των προηγούμενων δεκαετιών. Μπορεί οι μηχανικοί των οικονομικών και οι οικονομολογούντες μαθηματικοί να έχουν εμπλακεί στα γρανάζια των «αντί-κυκλικών» θεραπειών και το πολιτικό προσωπικό στα γρανάζια της αντιδικίας με τους οίκους αξιολόγησης, όμως αν κάτι μας δίδαξε το προηγούμενο εξάμηνο είναι ότι οι αγορές δεν αυτορυθμίζονται και η οικονομική πολιτική δεν διαφέρει από το αβγό του Κολόμβου. Η πολιτική δεν μπορεί να ακολουθεί τους κανόνες του παιχνιδιού των αγορών, οφείλει να θέτει αυτή τους κανόνες της λειτουργίας τους. Χρειαζόμαστε προς τούτο επειγόντως μια νέα θεώρηση της διεθνούς οικονομίας, των συναλλαγματικών ισοτιμιών, και των χρηματοπιστωτικών κανόνων μόχλευσης και κίνησης των κεφαλαίων. Βρισκόμαστε εμπρός στο ερώτημα για την ανθρωποκεντρική ή μη αντίληψη της πολιτικής, εμπρός στην απειλή σκοτεινών εποχών. Με άλλα λόγια ο παγκοσμιοποιημένος Καπιταλισμός απαιτεί μια νέα πολιτική ρύθμιση, για να μην μετατραπεί σε μια μαύρη τρύπα που θα καταπιεί την ίδια την ανθρωπότητα. Ποιος θα είναι ο ιστορικός ρόλος των Γερμανών αυτή τη φορά;
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
ΠΑΤΕΡΝΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ (Ελλάδα, Ευρωζώνη και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)

(Δημοσιεύτηκε στις 17 Απριλίου 2010 στα Καθημερινα Νέα)
Στην υπό εξέλιξη ευρωπαϊκή πτυχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, το επίσημο συμπέρασμα στο οποίο φαίνεται πως έχουν οδηγηθεί οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες, αντιμέτωποι με το πρόβλημα της Ελλάδας και το φόβο επέκτασής του, είναι πως: «Στο μέλλον πρέπει να ενισχυθούν οι διαδικασίες εποπτείας των οικονομικών και δημοσιονομικών κινδύνων καθώς και τα εργαλεία για την αποτροπή τους, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος». Στη βάση αυτού του συμπεράσματος βρίσκεται η ιδέα ότι η επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης των περιφερειακών χωρών είναι θέμα που γεννάται από την έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αν στην περίπτωση της Ελλάδας και λιγότερο της Πορτογαλίας, αποκαλύπτεται και μια τέτοια οργανική βλάβη, η Ισπανία και η Ιρλανδία δεν φαίνεται να έχουν το ίδιο πρόβλημα. Όμως, ανάγοντας το αποτέλεσμα σε αίτιο, τα οικονομικά επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οδηγούν την οικονομία στην παλιά εκείνη εποχή της ιατρικής που πρόσταζε αφαίμαξη για κάθε ασθενή και κάθε ασθένεια. Τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα αποτελούν σύμπτωμα της κρίσης, όχι αιτία. Η Γερμανία φαίνεται πως επιθυμεί να οδηγήσει τους πάντες σε μια δημοσιονομική υποστήριξη ενός σκληρού Ευρώ, υποχρεώνοντας τους σε μια συνολική συρρίκνωση της εσωτερικής ζήτησης της Ευρωζώνης. Ο Γερμανικός κυβερνητικός συνασπισμός δείχνει αποφασισμένος, στην παρούσα φάση να μην επιτρέψει καμιά ουσιαστική συζήτηση περί της εσωτερικής ζήτησης και των ανισορροπιών της Ευρωζώνης. Ωστόσο θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι δημοσιονομικές παρεκτροπές και η μεγάλη πιστωτική επέκταση του ιδιωτικού τομέα στις χώρες του «νότου», αντανακλούν το ανταγωνιστικό αδιέξοδο από την ασθενική αύξηση της ζήτησης στην καρδιά της Ευρωζώνης, σε συνδυασμό με μια κοινή νομισματική πολιτική, που περιορίζει τις εξαγωγές τους προς τρίτους, ενώ αυξάνει το συνολικό εξαγωγικό κέρδος του «βορρά». Η Γερμανία θα ήθελε να δει τους εταίρους της να επιτυγχάνουν άμεσα τη δραστική μείωση των ελλειμμάτων τους, να γίνει δηλαδή η Ευρωζώνη Γερμανία, με διαρκή χαμηλή εσωτερική ζήτηση. Όμως το παραγωγικό καλάθι της Γερμανίας (και ίσως και κάποιων άλλων χωρών του «βορρά») μπορεί να βρίσκει εξαγωγικό διέξοδο, αλλά για τους δομικά αδύνατους εταίρους της, τους επιβαρυμένους με χαμηλή ανταγωνιστικότητα, το αποτέλεσμα θα είναι η παρατεταμένη οικονομική στασιμότητα. Οι συνέπειες για την συνοχή της ευρωζώνης, στην περίπτωση αυτή, θα είναι οδυνηρές. Η νομισματική ένωση έχει έρθει αντιμέτωπη με μια πολύ μεγάλη πρόκληση. Αυτή δεν είναι άλλη από το αν και πώς θα επιτυγχάνεται ένας σταθμισμένος ρυθμός επέκτασης της συνολικής ζήτηση της Ευρωζώνης, ώστε να αντισταθμίζεται το εσωτερικό χάσμα ανταγωνιστικότητας που δημιουργείται από το σκληρό νόμισμα.
Όλα αυτά τα διέγνωσαν οι διαβόητες αγορές και χτυπούνε ανελέητα στην περίπτωση της Ελλάδας, επειδή έχουν πειστεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει, στο παρόν και το άμεσο μέλλον, μια ενιαία πολιτική βούληση της Ευρώπης, η οποία θα λύσει τα προβλήματα που γεννά, εντός της Ευρωζώνης, η αντίθεση «βορρά-νότου». Αν λοιπόν η Ελληνική κυβέρνηση με τα μέτρα που πήρε και αυτά που δρομολογεί «διάβηκε το Ρουβικώνα», με την εθνική πολιτική και κοινωνική βούληση να συγκλίνουν, έστω και υπό πειθαναγκασμό, σε ένα δύσκολο εγχείρημα για ταχεία δημοσιονομική επαναφορά, η αξιοπιστία, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά ολόκληρης της Ευρωζώνης, υπονομεύεται από την αδυναμία όλων των υπολοίπων κυβερνήσεων να πείσουν τη Γερμανία πως οδηγεί την Ευρωζώνη σε αδιέξοδο. Για να καμφθεί η Γερμανική εμμονή, αναγκάστηκε, για πρώτη φορά, ο Κεντρικός Ευρωπαίος Τραπεζίτης κύριος Ζαν Κλωντ Τρισσέ, ως ταγμένος φύλακας του ενιαίου νομίσματος, να ασκήσει επιδεικτικά τα δικαιώματα της ανεξαρτησίας του, εκβιάζοντας ένα τέλος σε μια διαπραγμάτευση που αποτυπώνει ακριβώς την αντίθεση «βορρά-νότου» στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, με συνοδοιπόρους τον Εμανουέλ Μπαρόζο και τον Πρόεδρο Χέρμαν Βαν Ρομπάι. Παρά το ότι πολύ πειστικά και γλαφυρά ο Τζωρτζ Σόρος, από την πλευρά των «αγορών», επεσήμανε πως η προσφορά ρευστότητας με επιτόκια τιμωρίας, από τη στιγμή που η Ελλάδα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές, επιδεινώνει το πρόβλημα της φερεγγυότητάς της, η Γερμανία οδήγησε σε μια «τεχνική συμφωνία» υψηλού κόστους για την Ελλάδα, με ένα «μηχανισμό στήριξης» τον οποίο υπονομεύει ασύστολα. Παρά τις ανακοινώσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης για την επίσπευση των διαρθρωτικών μέτρων, οι αγορές μετρούν περισσότερο το ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, κύριος Σόιμπλε, επιμένει να μη χορηγηθεί πίστωση χωρίς την έγκριση του Γερμανικού Κοινοβουλίου και στις ενδεχόμενες διαστάσεις απόψεων με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για τους όρους του δανείου.
Το Βερολίνο δεν αγνοεί πως τα προβλήματα συνοχής δεν τα λύνουν οι αγορές, αλλά η σαφής πολιτική βούληση. Αυτή τη βούληση προφανώς δεν την έχει. Στον πυρήνα της γερμανικής επιχειρηματολογίας, βρίσκεται η ηθικολογική αντίληψη περί τιμωρίας, η οποία βρίσκει μεγάλη απήχηση στο εσωτερικό της Γερμανίας, σε λαϊκά στρώματα, που έχουν υποστεί τις συνέπειες της συσταλτικής οικονομικής πολιτικής που έχει ακολουθήσει η κυρία Μέρκελ. Η πρόσκληση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στον «μηχανισμό στήριξης» παρά την εμφανή δυσφορία της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας και του επικεφαλής της Ευρωζώνης Ζαν Κλωντ Γιούγκερ, δείχνει την απροθυμία των Γερμανών να δεχθούν πως το πρόβλημα της Ελλάδας είναι πολιτικό πρόβλημα της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι ή λεγόμενη «πολιτική στήριξη», αυτό-ακυρώνεται, για να επιτρέψει στις «αγορές» να επιδείξουν την παντοδυναμία τους. Η Ελλάδα δεν αρκεί να πάρει μόνη της μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και δεν αρκεί να τα εφαρμόζει με την διαδικασία επιτήρησης που προβλέπεται για κάθε (ισότιμο) μέλος, που αστοχεί στην τήρηση των όρων του συμφώνου σταθερότητας. Πρέπει να οδηγηθεί σε ένα μηχανισμό, όχι στήριξης αλλά ελέγχου, που θα περιορίζει με τρόπο κατασταλτικό τα κυριαρχικά της δικαιώματα, προς διασφάλιση των συμφερόντων των δανειστών της. Αυτός είναι ο Πατερναλιστικός Καπιταλισμός και δεν αποδέχεται την οποιαδήποτε πολιτική ανακοπή της απόλυτης ελευθερίας του «βορρά» να στραγγαλίσει μια οικονομία του «νότου». Το μέγιστο διακύβευμα λοιπόν, δεν είναι το ύψος το μισθών ή η διάρκεια της ύφεσης, αλλά η μακρόχρονη φαλκίδευση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας μας.
Αν έτσι είναι τα πράγματα, τότε γιατί η Ελληνική κυβέρνηση επεδίωξε με τόση επιμονή την δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού που όλοι απεύχονται την ενεργοποίησή του; Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η Γερμανία δεν ήθελε ποτέ την ύπαρξη ενός οποιουδήποτε μηχανισμού. Προτιμούσε την «παράδοση» της Ελλάδος στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, όπως έκανε η Ευρωπαϊκή «μητρόπολη» σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής «περιφέρειας», όπως η Ουγγαρία και η Λετονία. Η Ελλάδα γαντζωμένη στο Ευρώ, κάνει το θέμα της κυριαρχίας της πρόβλημα κυριαρχίας της Ευρωζώνης, επιζητά δηλαδή να εφαρμόσει το πρόγραμμα σταθερότητας, όσο σκληρό και αν είναι, ως μέλος του Ευρωπαϊκού «βορρά». Η μετατροπή του δικού μας προβλήματος σε πολιτικό πρόβλημα της Ευρωζώνης, είναι ο μόνος δρόμος προάσπισης της, έστω περιορισμένης, κυριαρχίας μας, αλλά και της δυνατότητας συμμετοχής μας στις διαπραγματεύσεις για τη διαμόρφωση πολιτικών της ευρωπαϊκής ανάκαμψης. Αυτό το δρόμο ακολούθησε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, καταβάλλοντας μια πραγματικά μεγάλη διπλωματική προσπάθεια, η οποία ασφαλώς δεν μπορούσε να είναι ευθύγραμμη στην ανάπτυξή της και στα αποτελέσματά της. Πολλοί, δομικοί παράγοντες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, θα ήθελαν αυτό να μην επιτραπεί. Για το λόγο αυτό ο Επίτροπος Όλι Ρεν, υποχρεώνεται να απαντά πως δεν προβλέπεται η αποπομπή μέλους από το Ευρώ και να προσθέτει πως αυτό θα ήταν αντίθετο στη βούληση των ιδρυτών της Ένωσης. Είναι χαρακτηριστικό πως ερωτηθείς αν ανησυχεί για ενδεχόμενη διάσταση απόψεων ως προς το πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης της Ελλάδας, ο Ζαν Κλώντ Γιούνκερ απάντησε ότι η ΕΕ και το ΔΝΤ θα πρέπει να κατευθυνθούν προς μία κοινή στρατηγική και πως σε τελική ανάλυση, όλα αυτά θα τα συζητήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το Ταμείο. Αλλά και με ιδιαίτερο νόημα είπε: «Εγώ όπως γνωρίζετε, ποτέ δεν υπήρξα ένθερμος θιασώτης της εμπλοκής του ΔΝΤ, αφήνω λοιπόν στη διακριτική ευχέρεια αυτών που ζήτησαν την εμπλοκή, να χειριστούν αυτήν την υπόθεση». Φαίνεται λοιπόν πως η Ευρωπαϊκή Ιδέα, κάνει τους εκάστοτε θεματοφύλακές της, φυσικούς σύμμαχους του «νότου». (Ας μην ξεχνάμε τον Ζακ Ντελόρ και τα πακέτα σύγκλισης).
Όπως όλα δείχνουν, η Ελλάδα τελικά θα υποχρεωθεί να προσφύγει στον μηχανισμό στήριξης, προκειμένου να κοπάσει η διαρκής και αγωνιώδης διελκυστίνδα των επιτοκίων και να γίνει δυνατός ο σχεδιασμός ενός αναπτυξιακού διεξόδου. Δεν πιέζει μόνο το κρατικό δανειακό πρόγραμμα αλλά και το γεγονός πως ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να αντέξει για πολύ ακόμη την παράταση αυτής της αβεβαιότητας. Ανεξάρτητα από τις όποιες διαπραγματεύσιμες διορθώσεις του, αυτό που ο μηχανισμός μπορεί τελικά να εξασφαλίσει είναι ακριβώς το κλίμα, μέσα στο οποίο η Ελλάδα θα μπορέσει να ακολουθήσει τους εταίρους της σε νέες πολιτικές ανάκαμψης. Όμως πρέπει να είναι ξεκάθαρο πως η Ελλάδα μπορεί να εκμεταλλευτεί τον μηχανισμό στήριξης, αλλά αυτός εξίσου μπορεί να γίνει βρόγχος. Η αναπόφευκτη κοινωνική αναστάτωση μπορεί να γίνει έκρηξη και το δημοσιονομικό πρόβλημα μπορεί να γίνει αιτία για την αποδιάρθρωση της εσωτερικής αγοράς, η οποία ήδη απειλείτε με κατάρρευση της εμπορικής πίστης. Αυτό δεν αντιμετωπίζεται με «φιλολαϊκά» μερεμέτια, που τελικά οδηγούν σε φαύλο κύκλο. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε ότι ως τώρα ήταν δεδομένο. Τα μέτρα ανάπτυξης πάνω στο παλιό γνωστό ελληνικό μοντέλο, δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα. Ο πολιτικός χρόνος θα προσθέτει η θα αφαιρεί στο κόστος των επιτοκίων. Με την στέρηση των νομισματικών εργαλείων, την αδυναμία δημοσιονομικής επέκτασης και με ασφυκτική πίεση στη ρευστότητα του ιδιωτικού τομέα, η κυβέρνηση έχει δυο πράγματα να κάνει, πέρα από τα ταμειακά μέτρα και τα μέτρα διάρθρωσης. Το ένα αφορά πεδίο της Δημόσιας Διοίκησης και των αιτίων της παθογένειάς του, δηλαδή μια πραγματική αλλαγή στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Το δεύτερο είναι να πείσει και να εμπνεύσει μέσω αυτών των αλλαγών την κοινωνία, να συναντηθεί μαζί της πολιτικά, γκρεμίζοντας τα πελατειακά σχήματα και παραμερίζοντας τους μεσολαβητές. Είναι οι προϋποθέσεις για να βγουν οι Έλληνες από την κρίση, να ανακτήσουν το χαμένο ηθικό τους και προασπίσουν την εθνική τους κυριαρχία με μια νέα κοπιαστική, ανηφορική αλλά ελπιδοφόρα πορεία. Αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης δεν μπορεί να γίνει χωρίς αλλαγή του πολιτικού μοντέλου. Μόνο έτσι θα ανοίξει ο δρόμος των επενδύσεων. Σε διαφορετική περίπτωση, ο ευρωπαϊκός «βορράς» θα μας θεωρήσει ως «μωρή παρθένα» και θα μας κλείσει την πόρτα του νυμφώνα της ανάπτυξης.
Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010
QUO VADIS - Η ανατοποθέτηση ενός ερωτήματος (Γερμανία-Ευρωζώνη-Ελλάδα)

Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Γαλλίας, Κριστιάν Νουαγιέ, θεωρεί ως ζωτικής σημασίας την επίλυση του ζητήματος συναλλαγματικών ανισορροπιών, καθώς η Γαλλία τα τελευταία χρόνια δυσανασχετεί φανερά για την ισχύ του Ευρώ έναντι του Δολαρίου. Ο κ. Στρος-Καν, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, επιβεβαίωσε πρόσφατα, ότι η συγκέντρωση μεγάλων συναλλαγματικών αποθεμάτων την τελευταία δεκαετία, ασκεί πιέσεις στο διεθνές νομισματικό σύστημα. Η Κίνα ωστόσο από την πλευρά της, δεν φαίνεται διατεθειμένη να υποκύψει στις εκκλήσεις για ανατίμηση του Γουάν, παρά τις «απειλές» του αμερικανικού Κογκρέσου για επιβολή δασμών σε κινεζικά αγαθά. Η Γερμανία έχει προσχωρήσει σε μια νομισματική ένωση, υποτίθεται χωρίς επιστροφή, με ορισμένους από τους βασικούς πελάτες της. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή συμπεριφέρεται ως να επιδιώκει να κλείσει το δρόμο προς την ανάπτυξη σε έναν κόσμο όπου η συνολική ζήτηση είναι εξαιρετικά χαμηλή. Στην καρδιά της ιδέας του Γερμανού υπουργού οικονομικών κ. Σόιμπλε, περί της ίδρυσης ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, είναι ο συνδυασμός της παροχής έκτακτης βοήθειας με αυστηρές ποινές, με την αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου και με την εισαγωγή διαδικασιών έξωσης ενός κράτους μέλους από την Ευρωζώνη, προς χάρη ενός σκληρού Ευρώ. Ο Κινέζος πρωθυπουργός έχει την ίδια βασική ιδέα, αλλά εκείνος ζητά την περιστολή των ελλειμμάτων της αμερικανικής οικονομίας. Ο Βεν Ζιαμπάο δηλώνει ότι ανησυχεί για την ασφάλεια των επενδύσεων της Κίνας σε Δολάρια και προειδοποιεί πως οι ΗΠΑ πρέπει να αφήσουν την Κίνα να καθορίσει την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών του Γουάν μόνη της.
H έκκληση που απηύθυνε ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προς τις μεγαλύτερες οικονομίες, για μεγαλύτερη συνεργασία ώστε να ξεπεραστεί το πρόβλημα των ανισορροπιών στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, φαίνεται πως αφήνει αδιάφορους τους Μονεταριστές, όπου γης. Οι πλεονασματικές χώρες επιμένουν να αρνούνται να αποδεχτούν ότι το πρόβλημα των εξαγωγικών τους πλεονασμάτων, που τώρα θέλουν να το θεωρούν ως πρόβλημα των ελλειμματικών χωρών, θα γυρίσει εναντίον τους, αν οι καταναλωτές των προϊόντων τους οδηγηθούν στο φαύλο κύκλο της ύφεσης. Η καταπιεσμένη για χρόνια Γερμανική αλαζονεία και ο πάντα υποβόσκων Κινέζικος μεγαλοϊδεατισμός, ενισχύονται από τους σκληρούς τραπεζίτες, που έχουν εμπλέξει τις πραγματικές οικονομίες σε επικίνδυνα κερδοσκοπικά παιχνίδια, στις αγορές χρήματος. Όπως μας δίδαξε ο Keynes από το 1936, αν οι πλεονασματικές χώρες δεν καταφέρουν να προσαρμοστούν μέσω της αύξησης της συνολικής ζήτησης, τότε τα περίφημα αποταμιευτικά πλεονάσματα των εν λόγω χωρών θα αποδειχτούν απατηλά. Εντούτοις, φαίνεται ότι πιστεύουν πως μπορούν να ξεπεράσουν τις επιπτώσεις της κρίσης του 2008, αναγκάζοντας τους πελάτες τους να πληρώσουν γι’ αυτά. Με άλλα λόγια ζητούν και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο! Εντωμεταξύ οι χώρες που είχαν μεγάλα εμπορικά ελλείμματα στο παρελθόν, μπορούν να περιορίσουν δραστικά τα δημοσιονομικά ελλείμματα που προέκυψαν μετά το σκάσιμο της φούσκας, μόνο μέσω μιας μεγάλης αύξησης των καθαρών εξαγωγών τους.
Παρά τα σκόρπια ψελλίσματα περί ανάκαμψης, φαίνεται ότι η παγκόσμια ανοικτή οικονομία δεν θα καταφέρει να επιβιώσει της παρούσας κρίσης, δίχως σημαντικές αλλαγές στις αντιλήψεις και τις δομές των συστημάτων διεθνών συναλλαγών. Η τυφλή μάχη που δίνουν οι πλεονασματικές χώρες, μπορεί να λήξει με μια έντιμη συνθηκολόγηση ή να εξελιχθεί σε έναν αδυσώπητο οικονομικό πόλεμο, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η διάλυση της Ευρωζώνης θα ήταν πολύ επώδυνη για τη γερμανική βιομηχανία. Η προσφυγή των ΗΠΑ σε προστατευτισμό, θα ήταν πολύ επώδυνη για την Κίνα. Τα ερωτήματα που προκύπτουν, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Γερμανίας είναι πολλά. Η γενναία απόφαση μιας δυναμικής τόνωσης της ζήτησης στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πιθανόν πως δεν θα παρθεί εγκαίρως. Μια τέτοια απόφαση δυσκολεύονται πολύ να πάρουν οι μοιραίοι γραφειοκράτες και οι υπό την ομηρία των τραπεζιτών τελούντες σήμερα πολιτικοί. Η ιδέα να προσαρμοστεί η Γερμανία στα νέα δεδομένα περιορίζοντας τα αποταμιευτικά της πλεονάσματα κι αυξάνοντας την κατανάλωση και τις επενδύσεις, εξορκίζεται από την κυβέρνηση Μέρκελ. Oι Γερμανοί νομίζουν ότι θα καταφέρουν να αποφύγουν κάτι τέτοιο, οχυρωμένοι στα πλεονάσματά τους, αγνοώντας πως για να υπάρξει μακροπρόθεσμα το Ευρώ, θα πρέπει να διαθέτει τους μηχανισμούς κάλυψης των ελλειμμάτων ανταγωνιστικότητας, στα οποία παγιδεύει τις εσωτερικές αγορές της Ευρωζώνης. Όλο το οικοδόμημα του Ευρώ θα βρεθεί σε κρίση, όσο δίπλα στην δημοσιονομικούς δείκτες δεν μπουν ταυτόχρονα μετρήσεις και σταθμίσεις του «αποτελέσματος ανταγωνιστικότητας» που επιφέρει η πολιτική της Κεντρικής Ευρωπαϊκής τράπεζας. Στην αποκατάσταση αυτού του είδους τις ασυμμετρίες θα πρέπει να προστρέχει ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.
Το Ελληνικό πρόβλημα, παρά το τόσο μικρό μέγεθος της οικονομίας, δεν είναι ένα μικρό αγκάθι, όπως πολλοί Γερμανοί πολιτικοί και αρκετοί διεθνείς αναλυτές φαίνεται να νομίζουν. Άσχετα με το πόσο φταίει το Ελληνικό πολιτικό σύστημα, είναι βέβαιο ότι η λύση που ως τώρα επιχειρείται να προσφερθεί στους Έλληνες οδηγεί στο πουθενά. Η ελληνική οικονομία θα οδηγηθεί σε αργό θάνατο, εκτός αν αλλάξουν δυο συνθήκες, διαζευκτικά ή συμπληρωματικά. Η Νομισματική πολιτική της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας και η συν-αθροιστική Δημοσιονομική πολιτική αντιμετώπισης των ελλειμμάτων των χωρών της Ευρωζώνης. Δίπλα στο Ταμείο Συνοχής και τα λοιπά Διαρθρωτικά Ταμεία, ένα Νομισματικό Ταμείο θα πρέπει να είναι εργαλείο σύγκλισης, μακρά από την προκρούστεια κλίνη βασανισμού, που επιθυμεί ο κ. κ. Σόιμπλε. Αλλά όπως επισημαίνει ο Γ.Η. Κριμπάς, οι αρχιτέκτονες του Μάαστριχτ, δημιούργησαν ένα Ενιαίο Ευρωπαϊκό Νόμισμα, από τα συνθετικά του οποίου τελικά έμεινε έξω η ένδο-ευρωπαϊκή του αναφορά. Μπορεί σήμερα η Γερμανία να είναι περήφανη για τον έλεγχο του κόστους και την αύξηση των εξαγωγών που έχει επιτύχει, αλλά θέλει να παραβλέπει ότι η δική της επιτυχία κερδίζεται σε βάρος των Ευρωπαίων γειτόνων της. Οι Γερμανοί πιστεύουν ότι έκαναν μεγάλη θυσία εγκαταλείποντας το αγαπημένο τους μάρκο πριν δέκα χρόνια, αλλά επωφελήθηκαν από την εισαγωγή του ευρώ περισσότερο από κάθε άλλον. Ενώ οι μισές εξαγωγές πάνε στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, αυτές δεν μπορούν πια να αντισταθμίσουν τη γερμανική ανταγωνιστικότητα με νομισματική υποτίμηση.
Μετά την στάση της Γερμανίας στο ΕcoFin, απέναντι στο Ελληνικό πρόβλημα, πολλοί στις ευρωπαϊκές χώρες έχουν αρχίσει να πιστεύουν στην ύπαρξη ενός Γερμανικού σχεδίου οικονομικής ηγεμονίας στην Ευρώπη, πίσω από την ασφυκτική πίεση στην Ελλάδα Στις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναπτύσσεται ο φόβος ότι ενδέχεται να είναι οι επόμενοι στόχοι. Ίσως ακούγεται ως σενάριο συνομωσίας. Με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να παροτρύνει τόσο τη Γερμανία, όσο και την Κίνα, να στηρίξουν την ανάπτυξη στην εσωτερική τους αγορά, το πραγματικό ερώτημα για το ελληνικό πρόβλημα δεν αφορά τον επικείμενο δανεισμό. Μπορούμε να παραφράσουμε τον Keynes, σε αυτά που έλεγε για τους Γερμανούς το 1919. Όσοι πιστεύουν ότι θα μπορεί η Ελλάδα να πληρώνει κάθε χρόνο όσα δις Ευρώ απαιτεί η μείωση του δανεισμού της και των ελλειμμάτων της, θα πρέπει να μας εξηγήσουν, ποια εμπορεύματα και σε ποιες ακριβώς Αγορές θα πρέπει να πουλήσουν κατά τη γνώμη τους οι Ελληνικές επιχειρήσεις. Απαιτώντας πράγματα που δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν, δεν μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας ως εταίροι. Με την πρωτοβουλία Μπαρόζο σε εξέλιξη, στην παρούσα φάση, ενδεχομένως η Ελλάδα να καταφέρει να μην οδηγηθεί σε μια «ηρωική» έξοδο (από το Ευρώ και προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), όμως το ερώτημα τελικά τίθεται ως εξής: Μήπως η Γερμανία είναι αυτή που ίσως δεν χωράει στο Ευρώ;
Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010
ΣΠΕΥΔΕ ΒΡΑΔΕΩΣ (;) - Οικονομική Πολιτική, παροιμίες και αποφθέγματα

Δημοσιεύτηκε στη "Ναυτεμπορική" στις 9 Φλεβάρη 2010
Τα ρητά των Ελλήνων που επιχειρούσαν να εκφράσουν την σημασία και την σπουδαιότητα του «μέτρου» ήταν πολλά. Από τότε πολλοί διατύπωσαν ρητά και αποφθέγματα. Μερικοί, όπως και τα λόγια τους υπερτιμήθηκαν και άλλοι στήριξαν τη φήμη τους σε τέτοιες παραδοξολογίες, όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ με το περίφημο «η σημασία του να μην κάνεις τίποτα» που φαίνεται πως είχε γοητεύσει τον Κώστα Καραμανλή. Όμως στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, φαίνεται ότι την πρωταρχική σημασία στο οικονομείν έχει ο χρόνος και η διαχείρισή του. Αυτός ο χρόνος που προβάλει ως ο μεγαλύτερος αντίπαλος κάθε οικονομικής πολιτικής. Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος το διατύπωσε απλά: «Ο χρόνος είναι χρήμα!» Αυτό επιβεβαίωσε με το διάγγελμά του ο Πρωθυπουργός.
Ωστόσο, βέβαιο είναι πως κάθε νέος πρωθυπουργός που σέβεται τον εαυτό του, ρέπει προς τον ασπασμό της άποψης, που διατύπωσε πριν τρεις και πλέον αιώνες ο Άγγλος πολιτικός και συγγραφέας Λόρδος Τσέστερφιλντ, σύμφωνα με την οποία «όποιος βιάζεται δείχνει ότι αυτό με το οποίο ασχολείται είναι πολύ μεγάλο για τα μέτρα του». Ο σημερινός Έλληνας πρωθυπουργός, τουλάχιστον στην περίπτωση επιλογής στελεχών της Διοίκησης, φαίνεται να έχει προσχωρήσει στην άποψη του Ζώρζ Κλεμανσώ πως «δεν υπάρχουν επείγοντα θέματα. Υπάρχουν μόνο επειγόμενοι άνθρωποι». Στην οικονομία εξάλλου πρέπει να ακολουθεί κανείς τη συμβουλή του Ράντγιαρντ Κίπλινγ πως «πρέπει να παίρνουμε τα μεγαλύτερα δυνατά ρίσκα, με τις μεγαλύτερες δυνατές προφυλάξεις». Στην περίπτωση όμως της ελληνικής οικονομίας σήμερα, μάλλον θα πρέπει να προσέξουμε περισσότερο τη ρήση του Ντεϊβιντ Λόϋντ Τζώρτζ : «μη φοβάσαι να κάνεις ένα μεγάλο άλμα. Δεν μπορείς να περάσεις ένα χάσμα με μικρά πηδηματάκια».
Έστω κι αν δεχτούμε τη ρήση του μυθοπλάστη Ζάν ντε Λα Φονταίν πως «δεν έχει νόημα να επείγεσαι, το σημαντικό είναι να προλαβαίνεις», πολλοί φοβόντουσαν πως η κυβέρνηση είχε μείνει παγωμένη εμπρός στην πίεση των αγορών. Μήπως δεν μπορούσε να αντιληφθεί το επείγον του πράγματος; Τι της έλεγαν οι οικονομολόγοι και τι της ζητούν οι τραπεζίτες; Σίγουρα έχει πια γίνει συνείδηση σε όλους ότι όπως έχει πει ο Καναδός οικονομολόγος Τζων Κένεθ Γκάλμπρεϊθ, που αναμφίβολα χαίρει της εκτίμησης κάθε ριζοσπάστη πολιτικού, «η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού. Είναι η επιλογή μεταξύ του καταστροφικού και του δυσάρεστου». Ο ίδιος ωστόσο, μας έχει επισημάνει την επανειλημμένη διαπίστωση πως «η μόνη αξία των οικονομικών προβλέψεων είναι ότι κάνουν την αστρολογία να φαίνεται αξιόπιστη». Αν η παγκόσμια κρίση έχει βάλει σε πλήρη αμφισβήτηση τη γνώμη του προπάτορα της Μίλτον Φρίντμαν, πως «η λύση της κυβέρνησης σ' ένα πρόβλημα είναι συνήθως εξίσου κακή με το πρόβλημα», σήμερα ακούγεται παράταιρη και εξωφρενική η προτροπή του επικαλούμενου από πολλούς μεγάλου Βρετανού οικονομολόγου Τζων Μάγιαρντ Κέϋνς: «Για να σωθεί η οικονομία, το Κράτος πρέπει να προσλαμβάνει έναν εργάτη για να ανοίγει μια τρύπα και ένα άλλο εργάτη για να την κλείνει». Aν λοιπόν δεν υπάρχει δεδομένο φάρμακο στη σημερινή συγκυρία, τι μένει να κάνει μια κυβέρνηση; Ότι της πουν οι Τραπεζίτες, και οι με κάθε τρόπο πιέσεις τους; Τελικά φαίνεται πως ο προ διακοσίων ετών Πρόεδρος των νεοσυσταθέντων τότε Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Τόμας Τζέφερσον, είχε απόλυτο δίκιο να πιστεύει ότι «τα τραπεζικά ιδρύματα είναι πιο επικίνδυνα για τις ελευθερίες μας από την εξουσία, την αστυνομία και το στρατό μαζί».
Όταν λοιπόν, μέσα σε μια παγκόσμια κρίση, όλοι αναρωτιούνται τι πρέπει να γίνει, η βιασύνη μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει σ’ αυτό που ο Ρόναλντ Ρήγκαν όριζε ως οικονομική πολιτική: «αν κινείται φορολόγησέ το, αν συνεχίζει να κινείται ρύθμισέ το νομοθετικά, αν σταματήσει να κινείται επιδότησέ το», αποδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο το απόφθεγμα του Βενιαμίν Φραγλίνου πως «σ' αυτήν τη ζωή τίποτε δεν είναι σίγουρο, εκτός από το θάνατο και τους φόρους». Ωστόσο ο αντίπαλος κάθε σχεδιαζόμενης πολιτικής είναι πάντα το φαινόμενο της εντροπίας. Ο Τσέχος μαθηματικός Κούρτ Γκέντελ μας εξηγεί ότι «κάθε πολυδιάστατο σύστημα τείνει προς το άπειρο, αυξάνοντας από μόνο του την πολυπλοκότητα του». Παρά το γεγονός ότι η χρήση μαθηματικών μοντέλων, μπορεί να βλάψει σοβαρά τους οικονομολογούντες και κατ’ επέκταση την πραγματική οικονομία, θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στον Βρετανό μαθηματικό και φιλόσοφο Άλφρεντ Νόρτθ Ουάιτχέντ, που μας είπε ότι «Η τέχνη της προόδου είναι να διατηρείς την τάξη μέσα στην αλλαγή και να διατηρείς την αλλαγή μέσα στην τάξη». Μοιάζει τελικά να έχουμε ένα επείγον πρόβλημα κυβερνητικού Management, που επιβαρύνεται από την κερδοσκοπική επίθεση που εκδηλώνεται με αυξανόμενη βία. Μπορεί κανείς να αγανακτεί εμπρός στην αξία που αποδίδεται στις γνωματεύσεις των διεθνών κερδοσκοπικών οίκων και να απορεί όπως η Αμερικανίδα συγγραφέας Μαίρη Ουίλσον Λίτλ που έλεγε πως: «δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί οι δαντέλες είναι τόσο ακριβές, αφού ως επί το πλείστον έχουν τρύπες», αλλά αυτή είναι η συνθήκη μέσα στην οποία πρέπει να αποφασιστεί και να ασκηθεί ή όποια οικονομική πολιτική.
Ο θεωρούμενος γκουρού του Management, αυστριακός Πέτερ Ντρούκερ δίδασκε ότι «Η αποτελεσματική απόφαση δεν είναι προϊόν συναίνεσης. Αντίθετα, είναι προϊόν αντιπαραθέσεων, διαφωνιών και εξαντλητικής εξέτασης εναλλακτικών λύσεων». Ο πρωθυπουργός φαίνεται πως αυτό το δρόμο ακολούθησε έως το διάγγελμά του. Από εδώ και εμπρός, το πρόβλημα μας με τους κέντρο-ευρωπαίους εταίρους μας και ειδικά τους Γερμανούς, γίνεται αντιληπτό αν θυμηθούμε πως ο Όττο Φον Μπίσμαρκ από την μια μεριά έλεγε πως «Η κυβέρνηση δεν πρέπει να αμφιταλαντεύεται και από τη στιγμή που επιλέξει την πορεία της δεν πρέπει να κοιτάει ούτε αριστερά ούτε δεξιά, αλλά ίσια μπροστά» και από την άλλη προειδοποιούσε ότι «με κακούς νόμους και καλούς δημόσιους λειτουργούς, είναι ακόμα δυνατόν να κυβερνήσεις, με κακούς δημόσιους λειτουργούς όμως, ούτε οι καλύτεροι νόμοι δεν μπορούν να βοηθήσουν».
Ίσως σήμερα οι νεοέλληνες αντιμέτωποι με τους μετεωρισμούς τους, αντιλαμβάνονται που τους οδηγεί η αντίληψη που απέδιδε ο Ηλίας Καζάν στον πρωταγωνιστή της ταινίας του «Αμέρικα – Αμέρικα», εξηγώντας ότι: «ο Γιαλελής είναι όπως όλοι οι Έλληνες: πιστεύει ότι όλοι οι άλλοι του χρωστάνε κάτι». Ο Γιώργος Παπανδρέου μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στο σπάσιμο των φαύλων κύκλων μόνο αν καταφέρει να ακολουθήσει τη συμβουλή του νομπελίστα ρωμιού ποιητή Οδυσσέα Ελύτη: «κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά»!


